Γενικά

Εκδήλωση στη Λάρνακα για τα 125 χρόνια από τη γέννηση του Παύλου Λιασίδη

ΟΜΙΛΙΑ ΑΡΙΣΤΟΥ ΔΑΜΙΑΝΟΥ, ΜΕΛΟΥΣ ΠΓ ΑΚΕΛ, ΒΟΥΛΕΥΤΗ, ΣΕ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΑΚΕΛ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΜΟΛ ΛΥΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ 125 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΛΙΑΣΙΔΗ

Συμπατριώτισσες, συμπατριώτες,
Φίλες και φίλοι,
Αγαπητοί Λυσιώτες και Λυσιώτισσες,

Πολλές φορές, στην ανάγκη να περιγράψουμε έναν άνθρωπο που άφησε γερό αποτύπωμα στον τόπο, στην κοινωνία μας, υιοθετούμε λέξεις και φράσεις που ενίοτε συνιστούν υπερβολή. Ωστόσο, όταν το μεγαλείο ενός ανθρώπου, ενός δημιουργού όπως ήταν ο Παύλος Λιασίδης, αναδύεται μέσα από την απέριττη φιγούρα και την ταπεινή ζωή ενός ανθρώπου που έκανε τα βιώματα ποίηση, ποίηση μοναδικής πολιτιστικής αξίας, ούτε υπερβολές χρειάζονται, ούτε μεγάλα λόγια.
Ο Παύλος Λιασίδης, ο λαϊκός ποιητής της Κύπρου, υπήρξε η φωνή του κυπριακού κάμπου, που με τη διαλεκτική γλώσσα του απαθανάτισε τον μόχθο, την αγάπη και τον πόνο του λαού μας. Η ζωή και το έργο του αποτελούν πηγή έμπνευσης για κάθε Κύπριο που αγαπά την πατρίδα και την παράδοσή μας.
Σήμερα τιμούμε τη μνήμη ενός ανθρώπου που γεννήθηκε μέσα στη φτώχεια και την αγροτική ζωή της Μεσαορίας. Ο Παύλος Λιασίδης γεννήθηκε σαν αύριο πριν από 125 χρόνια, το 1901, στη Λύση Αμμοχώστου. Σε ένα χωριό πρότυπο της κυπριακής γης. Με ελάχιστα γράμματα –μόλις πέντε τάξεις Δημοτικού– και χωρίς καμιά τυπική μόρφωση, ο Λιασίδης έμαθε τα γράμματα της ζωής από τον κάμπο και τους ανθρώπους της υπαίθρου.

Από μικρός, γνώρισε τον ιδρώτα, τον μόχθο, της αγροτιάς. Στα επτά του χρόνια έγραψε το πρώτο του ποίημα, και στα είκοσι του, το 1921, κυκλοφορεί τις πρώτες φυλλάδες του, όπως το «Ποίημαν Ερωτικόν» και «Ο φόνος της Αθηαίνου». Το 1934 παντρεύεται την Ελένη Σκάρπαρη, με την οποία αποκτά τέσσερα παιδιά, χτίζοντας μια οικογένεια μέσα στις δυσκολίες της αγγλικής κατοχής. Η ζωή του ήταν ένας ακατάπαυστος αγώνας, αλλά και μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης, όπου ο κάμπος γίνεται πηγή σοφίας και ο πόνος, υλικό για στίχους αθάνατους.

Ο Λιασίδης ξεκίνησε ως ποιητάρης στα πανηγύρια, απαγγέλλοντας στίχους στην κυπριακή διάλεκτο, τη γλώσσα που μιλά η ψυχή του λαού. Το 1924 δημοσιεύει το πρώτο του ποίημα στην εφημερίδα «Πειρασμός» της Λεμεσού. Το 1928 εκδίδεται η πρώτη του συλλογή, «Τραούδκια του Νησιού μου», με πρόλογο του Κώστα Καραμάνου – ένα έργο που σηματοδοτεί την είσοδό του στα γράμματα.

Το έργο του Λιασίδη είναι ένας θησαυρός δώδεκα ποιητικών συλλογών, γεμάτων ερωτικά, σατιρικά, βουκολικά και πολιτικά θέματα. Από τα «Τα φκιόρα της καρκιάς μου» (1933) και «Η παραλλαή του τζαιρού» (1937), που εξέδωσε με δικά του έξοδα, μέχρι τα μεταπολεμικά «Χάραμαν φου» (1944), «Γέννημαν νήλιου» (1946) και «Μπρόεμαν» (1947) από την Α.Ε.Λ. Λύσης. Η δεκαετία του ’50 φέρνει το «Εντεκάμισι η ώρα» (1950) από την Ένωση Αγροτών Κύπρου, ενώ μετά την ανεξαρτησία ακολουθούν «Δώδεκα παρά δέκα» (1960), «Να πεθάνει ο χάρος» (1966), «Η Τζύπρος δίχως πούτρα» (1972) και «Η σταυρωμένη Τζύπρος μας» (1976).

Στίχοι όπως «Έχω κορμί πολλά παλιόν, μα νουν του νέου κόσμου, στες τρεις σιηλιάες τζι αν πλαστείς, είσαι συνότζιαιρός μου!» αποτυπώνουν την αιώνια νεότητα του πνεύματός του. Αναδεικνύουν την οραματική προσπάθεια συνομιλίας του ποιητή με το μέλλον. Άλλωστε είναι ο ίδιος ο Λιασίδης που, στο δίστιχό αυτό, πρώτος προδιέγραψε τη μελλοντική μοίρα του ποιητικού του λόγου, τη διαχρονικότητα των μηνυμάτων του.

Ίσως αυτός ο νέος κόσμος, ο κόσμος της ανθρωπιάς, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ειρήνης, που οραματίστηκε ο Παύλος Λιασίδης, όπως κατά κανόνα συμβαίνει με όλα τα μεγάλα ποιητικά οράματα, να φαντάζει και σήμερα σαν κάτι το αδύνατο και ανέφικτο. Όμως σ’ αυτό το αδύνατο και ανέφικτο ακριβώς, που κρύβει ό,τι ευγενικότερο επεδίωξε ο άνθρωπος από καταβολής κόσμου, βρίσκεται η ακαταμάχητη γοητεία του, μαζί και η πρόκληση. Εξάλλου ο Λιασίδης της Κύπρου ήταν για μια ολάκερη ζωή και ο Λιασίδης της Αριστεράς και των μεγάλων και πανανθρώπινων οραμάτων.

Πρόκειται για μια κοσμοθεωρία εδραιωμένη στην απόλυτη αισιοδοξία της ανάστασης των «ζωντανών-νεκρών», των κοινωνικά καταφρονεμένων σε ένα κόσμο κοινωνικής δικαιοσύνης, ο οποίος βρίσκει την ολοκλήρωση του στο ποιητικό αίτημα «να πεθάνει ο χάρος», όπως αυτό διατυπώνεται στον κατακλείδιο στίχο του ταφικού επιγράμματος που αναγράφεται λίγα μέτρα πιο κάτω, στη στερνή κατοικία του ποιητή στο κοιμητήριο της Λάρνακας:

Αδέρκια που στην κόλασιν κρούζετε νύχταν μέραν
τζι όρομαν κακομάζαροι θωρείτε την μανιέραν
επάρτε λλίην πομονήν, γεμώστε πίστην θάρρος
τζι εκόντεψεν πκιον ο τζαιρός πον να πεθάνει ο χάρος!

Τα «Άπαντα» του (2003) από το Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών αποδεικνύουν την πολυθεματικότητα και διαχρονικότητά του, πάντα μέσα από το φίλτρο ενός ανθρώπου που πίστευε βαθύτατα στην κοινωνική δικαιοσύνη, έχοντας βιώσει την κοινωνική αδικία μα και τον όλεθρο και τον πόνο του πολέμου, της προδοσίας και της προσφυγιάς.
Ασφαλώς, πέρα από ποιητής, ο Λιασίδης υπήρξε και θεατρικός συγγραφέας, δίνοντας έργα που ανέβηκαν σε χωριά και θέατρα. Το «Η Αγάπη Νικητής» (1935) παίχτηκε πρώτα στο Λευκόνοικο, υμνώντας την απαγορευμένη αγάπη με χιούμορ και βάθος. «Ο Αλαβροστοισιώτης» πήρε Α’ Βραβείο ΡΙΚ, «Ο Μονογιός» προβλήθηκε στην τηλεόραση το 1982, ενώ παιδικά όπως «Αϊ Βασίλης» και «Δκυο ττεμπέληες» δείχνουν την ευρύτητα του ταλέντου του.
Το πραξικόπημα και η τουρκική εισβολή του 1974 τον ξερίζωσαν από τη Λύση, φέρνοντάς τον πρόσφυγα στο Τσιακκιλερό Λάρνακας, όπου πέθανε στις 29 Σεπτεμβρίου 1985. Το οικογενειακό περιβάλλον του, οι γείτονές του, οι συγχωριανοί του, αλλά και τα στελέχη της Αριστεράς που τον έζησαν, γνωρίζουν πως αρνήθηκε να μετακομίσει σε σπίτι στη Λάρνακα: «Η Σκάλα να ‘τουν μάλιν σου τζ’αι να μου την χαρίσεις, έξερε, δεν την άλλασσα μ’ έναν γουμάν της Λύσης!». Το 1975 βραβεύεται από το Υπουργείο Παιδείας για «Συνολική Προσφορά στην Ελληνική Κυπριακή Λογοτεχνία».

Η προσφορά και το έργο του τιμάται, πέραν από την Πολιτεία και το ΑΚΕΛ, από το Πολιτιστικό Κέντρο Λύσης, τον ΑΜΟΛ, το ΣΥΚΑΛΥ ενώ οι προτομές του -εδώ- στη Λάρνακα και στη Δερύνεια αποτελούν την σταθερή υπενθύμιση της προσφοράς του. Το έργο του παραμένει ζωντανό, διαχρονικό, υπενθυμίζοντας ότι η ποίηση γεννιέται από τον λαό και για τον λαό.
Παύλο Λιασίδη, η φωνή σου ηχεί ακόμα στον κάμπο της Μεσαορίας και στις καρδιές μας. Η Κύπρος σου χρωστάει την αλήθεια των στίχων σου, που νικούν τον χρόνο. Την αμεσότητα της ποίησής σου που επάξια σε κατέταξε ανάμεσα στους κορυφαίους ποιητές του τόπου μας.

Σχετικά νέα

X
Translate »